ρυΐσκομαι

Α
(απόθ.)
1. υποφέρω από διάρροια
2. παρουσιάζω τριχόπτωση
3. πιθ. ρέω, χύνομαι
4. (η μτχ. αρσ. ενεστ. ως, ουσ.) ὁ ῥυϊσκόμενος
ο εκτεινόμενος ή ο ρευστός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. ῥυΐσκομαι έχει σχηματιστεί από τη μηδενισμένη βαθμίδα ῥυF- τού ῥέω* (πρβλ. ῥύαξ, ῥύσις) με επίθημα -ίσκω / -ίσκομαι (πρβλ. ἁλ-ίσκομαι)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μεταρρυΐσκομαι — (Μ) μεταρρέω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + ῥυΐσκομαι, θαμιστικός τ. τού ῥέω] …   Dictionary of Greek

  • παραρρυΐσκομαι — Μ 1. ρέω δίπλα ή μαζί 2. μτφ. ακολουθώ, έπομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + ῥυΐσκομαι «ρέω»] …   Dictionary of Greek

  • ρέω — ῥέω, ΝΜΑ, και επικ. τ. ῥείω Α 1. χύνομαι, τρέχω, κυλώ (α. «τα δάκρυά της έρρεαν ποτάμι» β. «ἔρρεεν αἷμα», Ομ. Ιλ.) 2. αναβλύζω, ξεχύνομαι (α. «το νερό τής βρύσης έρρεε άφθονο» β. «[πηγὴ] ὕδατι ῥέει», Ομ. Ιλ.) 3. φρ. «τα πάντα ρει» τα πάντα κυλούν …   Dictionary of Greek

  • υπορρυΐσκομαι — Μ υπορρέω συνεχώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + ῥυΐσκομαι «ρέω, χύνομαι»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.